Είναι ειρωνικά αντιφατικό να ισχυρίζεται κάποιος ότι «οι λέξεις μας απατούν» (Πλάτωνας) ή ότι η «γραφή είναι έκπτωση από τον παράδεισο» (Ρουσώ) κι αυτό να το διατυπώνει γράφοντας. Αν καταφέρουμε να δούμε καθαρά ότι η γλώσσα αποτελεί ένα συμβατικό-συμβολικό μοντέλο επικοινωνίας θα έχουμε ήδη επιτελέσει ένα σημαντικό βήμα για την σκέψη μας αλλά και την περαιτέρω ανάγνωση του εν λόγω κειμένου.
Θα μπορέσουμε ίσως να αντιληφθούμε σαφέστερα τη ρήση του Βιτγκενστάιν ότι «τα όρια της γνώσης μας είναι τα όρια της γλώσσας μας». Διότι τι είναι σκέψη; Είναι η εν μέρει αναγωγή των εγκεφαλικών ερεθισμάτων σε ήδη γνωστά σχήματα που γίνεται ασυνείδητα. Αφού υφίσταται την ανάλογη παραμόρφωση από το ασυνείδητο,
σύμφωνα με την φροϋδική ορολογία, ο ναρκισσισμός μας παρουσιάζει την σκέψη σαν κάτι το δημιουργικό, μοναδικό και θείο για τον κάθε άνθρωπο.
Με μια προσεκτικότερη ματιά θα διαπιστώναμε ότι η σκέψη και κατ' επέκταση η γνώση όχι απλώς κατασκευάζεται από τον άνθρωπο αλλά επίσης κατασκευάζει μοντέλα αλήθειας για τους ανθρώπους. Η γλώσσα είναι ένα μοντέλο ερμηνευτικού συστήματος που χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο-παρατηρητή προκειμένου να περιγράψει τον
κόσμο ως αντικειμενικό. Η σύγχυση που προκαλείται και πυροδοτεί αέναες φιλοσοφικές διενέξεις αφορά την ταύτιση γλώσσας και πραγματικότητας, κάτι που εξ ορισμού είναι κυνικά ουτοπικό.
Δεν ερμηνεύουμε τον κόσμο αλλά συστήματα ερμηνειών. Σκεφτόμαστε με στέρεα ετεροκαθορισμένα σχήματα τα οποία καλύπτουμε υπό το μανδύα του δημιουργικού υποκειμένου. Απέχουμε αφάνταστα από την προτροπή του Φουκώ η σκέψη να σκεφτεί το άσκεφτο. Ίσως βρισκόμαστε πιο κοντά στην πρόταση του Ρεμπώ να απορρυθμίσουμε τις αισθήσεις μας. Μπορεί μόνο έτσι να καταφέρουμε να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε.
Όσον αφορά τη σχέση δημοσιογραφικού λόγου και λέξεων οφείλουμε να μεταθέσουμε τη συζήτηση σε διαφορετικό επίπεδο. Έχοντας ως εφαλτήριο τη θεωρία ότι η αλήθεια είναι κομμάτι και αποτέλεσμα ενός γλωσσολογικού συστήματος, άρα κατασκευάζεται και είναι υποκειμενική, υποπίπτουμε σε μια ουσιώδη αντίφαση. Πώς είναι δυνατόν η δημοσιογραφία να διατείνεται ότι πρώτη της υποχρέωση απέναντι στον πολίτη είναι η αντικειμενική αλήθεια από τη στιγμή που κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο; Μάλλον φταίει το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά υποκειμενικά αντικείμενα και όχι το αντίστροφο. Επομένως είναι επιτακτική ανάγκη να αναθεωρηθεί εκ βάθρων ο ρόλος του δημοσιογράφου και να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που τον κρατά προσκολλημένο με αυταπάτες του κατεστημένου χωροχρόνου.
Είναι αισθητά λιγότερο ουτοπικό και μάλλον πιο κοντά στο πραγματικό, ως κορυφή στην πυραμίδα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας να βρίσκεται η ανάγκη για όσο το δυνατόν πληρέστερη και πλουραλιστική ενημέρωση. Θα πρέπει όμως να αποτινάξουμε από πάνω μας τα πέπλα των ψευδαισθήσεων και να πάψουμε να στρουθοκαμηλίζουμε όσον αφορά την αυταπάτη που τρέφουμε σχετικά με την ταύτιση λόγου και πραγματικότητας.
Όταν καταφέρουμε να αντιληφθούμε πως οποιαδήποτε μορφή λόγου ουσιαστικά επιχειρεί να ερμηνεύσει το πραγματικό και αυτό που πετυχαίνει εν τέλει είναι μόνο να κατασκευάζει μοντέλα ερμηνείας, θα είμαστε σε θέση να διακρίνουμε εναργέστερα τις αντιφάσεις που μας κατακλύζουν και να επαναξιολογήσουμε ορθότερα εαυτόν και κόσμο.
Αφού κάψουμε και κάνουμε στάχτη τις δάφνες αντικειμενικότητας που προστάζει το υπάρχον προβληματικό μοντέλο δημοσιογραφίας, θα απαλλαχτούμε από το φάντασμα της μιας και μοναδικής αλήθειας που μας κατατρέχει αιώνια. Ίσως ο μοναδικός τρόπος να σταματήσουν οι ερινύες να μας κυνηγάνε είναι να τις διαγράψουμε από το λεξικό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου