Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

«Εμπρός στον έτσι που χάραξε ο τέτοιος»



Ο άγνωστος φοιτητής που παράλλαξε στους τοίχους του χημείου το γνωστό σύνθημα «Εμπρός στον δρόμο που χάραξε ο Νοέμβρης» με τρόπο καταλυτικό και σαρκαστικό, ίσως και να είχε πλήρη επίγνωση των ορίων του συμβολικού λόγου. Αμέσως θα αναρωτηθεί κάποιος αντιδραστικός: «Μα έχει όρια ο λόγος; Κι επιπλέον είναι κάτι άλλο εκτός από συμβολικός;» Ερωτήματα ρητορικά που θα παραμείνουν αναπάντητα, αν όμως πρέπει να απαντηθούν αυτό θα γίνει αναπόφευκτα δια λόγου. Επομένως με τρόπο συμβολικό. Διότι η γλώσσα αποτελεί επίκτητη ικανότητα που ωστόσο εντάσσεται μέσα στα πλαίσια πληθώρας κοινωνικών συμβάσεων. Εξ ορισμού δε μπορεί να επιτελέσει παρά μόνο μια συμβολική λειτουργία. Εν τέλει πρέπει να διαχωριστεί η παραγωγή του λόγου από τη χρήση της, όπως θα οφείλαμε να πράττουμε με όλα σχεδόν τα πράγματα.

Φτάνουμε πάντα στο σημείο να συγχέουμε ιδέες και θεωρίες με το πραγματικό. Την πραγματικότητα, που αν υπάρχει, υπάρχει έξω από τον λόγο και επειδή ακριβώς δεν είναι λόγος ούτως ώστε να υπόκειται σε ανθρώπινες συμβάσεις. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι η διάκριση και των προσεγγίσεων που ανελέητα εξισώνονται μαζί του. Είναι φύσει αδύνατο να υπάρξει ουσιαστική ταύτιση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνιστά επιτακτική αναγκαιότητα να αντιληφθούμε το επιτελεστικό-διαπιστωτικό επίπεδο της γλώσσας, ιδωμένο όμως μόνο μέσα από το πρίσμα ενός κατασκευασμένου ερμηνευτικού μοντέλου.

Μη ξεχνάμε τη ρήση του Μισέλ Φουκώ ότι «οι λέξεις δεν προσδιορίζουν πράγματα αλλά λέξεις». Η γλώσσα δηλαδή είναι ένα προσδιοριστικό σύστημα που μέσω της ερμηνευτικής του λειτουργίας οδηγείται σε μια ατελή διαδικασία. Τα ίδια τα σημεία παραπέμπουν αέναα στον εαυτό τους διότι δεν υπάρχει κάποια υπερβατολογική αρχή ή κάτι έξω από αυτά. Αντίθετα «υπάρχει» ένας παράλληλος κόσμος μόνο και μόνο επειδή κατασκευάζεται γλωσσικά. Πρόκειται όμως για ένα αθεμελίωτο αυτοαναφορικό σύστημα που δεν ερμηνεύει τίποτε άλλο πέραν του εαυτού του. Εντός του συστήματος αυτού δεν υπάρχει κάτι πριν τη γλώσσα με τρόπο μεταφυσικό. Αυτό το κάτι δημιουργείται μόνο και αν λεχθεί μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια. Στην πραγματικότητα όμως ό,τι δύναται να δειχθεί δεν δύναται να λεχθεί. Η γλώσσα επιτρέπει ένα είδος διόρασης: να βλέπουμε μέσα από την λέξη αλλά χωρίς να βλέπουμε την ίδια τη λέξη.

Η μεταστροκτουραλιστική μέθοδος του γράφοντος καθιστά σαφή την ανάγκη εξέτασης-διερεύνησης των δομών μέσα από τις οποίες αναδύονται οι έννοιες του λόγου και της γλώσσας. Ο τρόπος όμως με τον οποίο χρησιμοποιούνται εντάσσεται  άλλο πεδίο ανάλυσης. Εν προκειμένω, αυτός ο «γλωσσικός δαρβινισμός» υποδηλώνει εμμέσως πλην σαφώς την αποδοχή του πραγματικά συμβολικού και τον συνακόλουθο επαναπροσδιορισμό της συμβολικής πραγματικότητας.

Δε μπορούμε σε καμία περίπτωση να αποδίδουμε στον λόγο κάτι πέραν της συμβολικής αξίας, που ω τι έκπληξη, είναι απλώς επίσης λέξεις. Μια παρόμοια αντίφαση στην οποία υποπίπτουμε συχνά είναι αυτή που χαρακτηρίζουμε μια πράξη συμβολική. Η ουσία της πράξης συνίσταται καθαρά στην ενέργεια του πράττειν. Από κει και πέρα η έννοια του συμβολικού εισάγεται και πάλι με τον λόγο. Η κάθε πράξη έχει χαρακτήρα πρακτικό και μόνο. Η νοηματοδότηση της που επιτυγχάνεται μέσω της γλώσσας της προσδίδει τον περίφημο συμβολικό χαρακτήρα. Κάτι τέτοιο όμως χωρίς τη συγκεκριμένη σύμβαση είναι έξω από τη φύση της. Η αντιστοιχία μεταξύ «συμβολικής πράξης» και «πραγματικού λόγου» είναι προφανής. Επιπλέον δυστυχώς δεν μπορούν να υπάρξουν.

Εν τέλει ότι έγραψα και διάβασες δεν θα σε βοηθήσουν σε πρακτικό επίπεδο. Δεν θα κάνουν τη ζωή σου καλύτερη. Δεν είναι ότι είμαι κυνικός. Απλώς έχω μια υπέροχη έλλειψη σεβασμού για τους πάντες και τα πάντα. Συμβολικά πάντα…  

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΑΠΟΧΗΣ





Το φαινόμενο της αποχής από τις αυτοδιοικητικές εκλογές εν έτει 2010 έφτασε το 53%. Σημαίνει κάτι κι όμως δε σημαίνει τίποτα. Εξαρτάται από την οπτική γωνία που επιχειρεί κανείς να το ερμηνεύσει. Σίγουρα όμως δεν πρόκειται για ένα γεγονός που υπόκειται σε μονοδιάστατη ανάλυση.
Σε πείσμα των κομμάτων που βάλλουν κατά ριπάς εναντίον της αποχής -διότι εξ ορισμού απειλεί την ύπαρξη τους-, ναι διάολε, το να απέχεις από ένα εντελώς διεφθαρμένο σύστημα είναι υγιής πολιτική στάση ενός κριτικά σκεπτόμενου ανθρώπου. Αλλά ακόμα και τη δυνατότητα αποχής από τις εκλογές, σήμερα που δεν υπάρχουν ποινικές συνέπειες, ο καπιταλισμός την ενσωματώνει και την εκμεταλλεύεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε να βγαίνουν ουσιαστικά κυβερνήσεις μειοψηφίας.
Επομένως ποιο το όφελος του να απέχεις πλην της ηθικής ικανοποίησης; Μόνο αυτό και έτερον ουδέν. Όμως σε τι θα διαφοροποιούσε την κατάσταση η προσφυγή στις κάλπες; Μήπως το αποτέλεσμα δε θα ήταν και πάλι η διαιώνιση του προβλήματος; Ας είμαστε σοβαροί. Αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν στο παραμικρό τον κόσμο θα ήταν παράνομες. Η επανάσταση δεν θα έρθει μέσα από τις ψήφους. Η κοινωνία σκόπιμα συντηρεί την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει μέσα από τις εκλογές προκειμένου να επιβάλλει τις δομές του κυρίαρχου συστήματος και να δημιουργήσει ένα φαύλο κύκλο. Το πολιτικό σύστημα της χώρας μας βασιζόμενο εκ της δημιουργίας του σε σαθρά θεμέλια έχει πλέον καταρρεύσει.
Ιδωμένη υπό αυτό το πρίσμα, η επιλογή της αποχής ενσαρκώνει την ιδέα του «το μη χείρον βέλτιστο». Εν προκειμένω αναπόφευκτα καταλήγει να είναι πολιτική θέση και άποψη, ως αντίδραση στους κατεστημένους κομματικούς μηχανισμούς. Αυτή είναι η μια πλευρά της αποχής ως πολιτικοποιημένη επιλογή.
Δυστυχώς όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά που πρεσβεύει το apolitic στοιχείο. Την κουλτούρα αυτή την καλλιεργούν με έντεχνο τρόπο αλλά και πολλές φορές απροκάλυπτα τα ΜΜΕ, προβάλλοντας αποκλειστικά το lifestyle με σκοπό να αποπροσανατολίσουν την κοινωνία από τα πραγματικά της προβλήματα. Προφανώς κάτι τέτοιο το έχουν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό, ειδικά αν κρίνει κανείς από τη σημερινή νεολαία -και όχι μόνο-. Εν τοιαύτη περιπτώσει η επανάσταση θα ξεκινήσει από τη Μύκονο με ηγετικές μορφές τους Ilia Psinakov και Nikita Kaklamanin. Κι όμως κάποτε θα γίνει! 
Φυσικά αυτό το είδος αποχής είναι κενό νοήματος υπό την έννοια ότι αντιπροσωπεύει ένα αποχαυνωμένο κομμάτι της κοινωνίας που βρίσκεται εγκλωβισμένο στον μικρόκοσμο του. Μέσα σε μια επίπλαστη πραγματικότητα την οποία αρμονικά έχει επιμεληθεί το σύστημα, αυτό ουσιαστικά ενισχύεται με την απουσία του εν λόγω πληθυσμιακού τμήματος από το πολιτικό-κοινωνικό γίγνεσθαι.
Αυτές είναι οι δύο κυρίαρχες τάσεις μέσα από τις οποίες εκφράζεται το ρεύμα της αποχής: η πολιτικοποιημένη και η apolitic. Συνολικά θα μπορούσε να διακρίνει κανείς και κάποιες υποδιαιρέσεις της: πρακτικοί λόγοι όπως προβλήματα υγείας (βλ. τρίτη ηλικία) και μεγάλες αποστάσεις ή ψυχολογικοί παράγοντες συμβάλλουν εξίσου στην αποφυγή της ψηφοφορίας.
Ας μη ξεχνάμε όμως ή ας μάθουμε τουλάχιστον ότι η μη άσκηση του εκλογικού δικαιώματος προβλέπεται από το νόμο και είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, πλέον, υπό ορισμένες προϋποθέσεις όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω.
ΑΠΕΧΟΝΤΕΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΝΩΘΕΙΤΕ! 

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ


«Πολιτισμός είναι το οικοδόμημα που χτίζεται πάνω στη βάση της οικονομίας» υποστήριξε πολύ εύστοχα ο Καρλ Μαρξ αρκετά χρόνια πριν, αναδεικνύοντας έτσι σε βασικό άξονα κοινωνικής οργάνωσης το εκάστοτε οικονομικό μοντέλο. Σήμερα, οι σύγχρονες νεομαρξιστικές προσεγγίσεις αντιστρέφουν τον ορισμό του Μαρξ και συμπεραίνουν ότι «πλέον η οικονομία είναι αυτή που χτίζεται πάνω στον πολιτισμό». Πράγματι, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η μετάβαση από τον φορντισμό στην κοινωνία της πληροφορίας και κατ’ επέκταση στον τριτογενή τομέα παραγωγής συνεπάγεται μια ολοκληρωτική αναδιάρθρωση της κοινωνικής οργάνωσης. Είναι ηλίου φαεινότερο λοιπόν πως όταν το πολιτιστικό μοντέλο είναι προβληματικό αυτομάτως προβληματική καθίσταται η ίδια η οικονομία σαν άμεσο παράγωγο του.


Ο λόγος που διατυπώνονται οι συγκεκριμένες παρατηρήσεις είναι προκειμένου να εξεταστεί η περίφημη «οικονομική κρίση» μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία που θα δίνει δυνατότητες θέασης ενός ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Εν ολίγοις η κρίση δεν βρίσκεται αποκρυσταλλωμένη μόνο σε επίπεδο οικονομίας. Πηγάζει από ένα πολιτιστικό σύστημα το οποίο βασιζόμενο σε σαθρά θεμέλια αυτοαναπαράγεται και αυτοαναλώνεται ατέρμονα, με αποτέλεσμα να επηρεάζει σχεδόν κάθε πτυχή του κοινωνικού γίγνεσθαι.


Με πολύ απλά λόγια αυτή είναι και η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας από τη μεταπολίτευση και έπειτα. Από όταν δηλαδή το ελληνικό κράτος γνώρισε μια αναπόφευκτη ανάπτυξη που ωστόσο ήταν αποτέλεσμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και των ευρύτερων κοινωνικών συνθηκών και όχι τόσο έργο των εκάστοτε κυβερνήσεων. Φτάνοντας στο σήμερα μένουμε ενεοί αντικρίζοντας την υπάρχουσα κατάσταση και εξεγειρόμαστε κατά πάντων, εγκαλώντας μόνο όσους κατέχουν πολιτική εξουσία. Εν προκειμένω «ξεχνάμε» ότι η συγκεκριμένη εξουσία πηγάζει από τον ίδιο τον λαό. Αντί να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να αναλάβουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν προτιμάμε να υπεκφεύγουμε και να εθελοτυφλούμε με άμεση συνέπεια να διαιωνίζουμε το πρόβλημα. Δικαιολογημένα κατηγορούμε τους διεφθαρμένους θεσμούς αλλά όταν έρχεται η ώρα για αυτοκριτική τότε απλά αυτή η λέξη δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο μας.


Αυτοί οι έντεχνοι στρουθοκαμηλισμοί συμβάλλουν καθοριστικά στη θόλωση του τοπίου και στην απόκρυψη του πραγματικού προβλήματος. Είναι δύσκολο να γίνει κανείς συγκεκριμένος όσον αφορά τον προσδιορισμό της κρίσης διότι πρόκειται για συγκεχυμένες μορφές της που βρίσκονται σε άμεση διάδραση με την προσωπικότητα και το κοινωνικό-ταξικό περιβάλλον του κάθε ανθρώπου. Επομένως για  τον καθένα μας ξεχωριστά είναι εξ ορισμού διαφορετική σε ατομικό επίπεδο, έχει όμως ένα κοινό υπόβαθρο από κοινωνικό-ταξικής άποψης.


Θα ήταν ορθότερο να μιλήσουμε για κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Φυσικά με τον όρο καπιταλισμός δεν περιγράφεται απλώς ένα φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο αλλά ένα ολόκληρο πολιτιστικό σύστημα που διαμορφώνει άτομα και θεσμούς.


Ας είμαστε όμως ρεαλιστές. Τι είναι επιτέλους αυτή η κρίση; Υπάρχει κάπου στη φύση έξω από εμάς; Η απάντηση είναι προφανής νομίζω. Αν συνειδητοποιήσουμε ότι πρόκειται για μια κατασκευασμένη πραγματικότητα που λαμβάνει χώρα μόνο μέσα στα πλαίσια των ανθρώπινων κοινωνιών, ίσως μπορέσουμε να αντιληφθούμε ότι ουσιαστικά η ύπαρξη της οφείλεται σε συμβάσεις που ανά πάσα στιγμή μπορούν να αρθούν. Τώρα για ποιο λόγο δεν αίρονται έχει να κάνει με θεωρίες εξουσίας και καλό θα ήταν να ρωτήσουμε αυτούς που την κατέχουν. Στον σοσιαλισμό, δύο και δύο κάνουν τέσσερα. Στον καπιταλισμό, επίσης. Αλλά τι διαφορά!

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

«Η επανάσταση θα είναι συμβολική ή δεν θα είναι καθόλου» Η σχέση μεταξύ λόγου και πραγματικότητας

Είναι ειρωνικά αντιφατικό να ισχυρίζεται κάποιος ότι «οι λέξεις μας απατούν» (Πλάτωνας) ή ότι η «γραφή είναι έκπτωση από τον παράδεισο» (Ρουσώ) κι αυτό να το διατυπώνει γράφοντας. Αν καταφέρουμε να δούμε καθαρά ότι η γλώσσα αποτελεί ένα συμβατικό-συμβολικό μοντέλο επικοινωνίας θα έχουμε ήδη επιτελέσει ένα σημαντικό βήμα για την σκέψη μας αλλά και την περαιτέρω ανάγνωση του εν λόγω κειμένου.
  
Θα μπορέσουμε ίσως να αντιληφθούμε σαφέστερα τη ρήση του Βιτγκενστάιν ότι «τα όρια της γνώσης μας είναι τα όρια της γλώσσας μας». Διότι τι είναι σκέψη; Είναι η εν μέρει αναγωγή των εγκεφαλικών ερεθισμάτων σε ήδη γνωστά σχήματα που γίνεται ασυνείδητα. Αφού υφίσταται την ανάλογη παραμόρφωση από το ασυνείδητο,
σύμφωνα με την φροϋδική ορολογία, ο ναρκισσισμός μας παρουσιάζει την σκέψη σαν κάτι το δημιουργικό, μοναδικό και θείο για τον κάθε άνθρωπο.

Με μια προσεκτικότερη ματιά θα διαπιστώναμε ότι η σκέψη και κατ' επέκταση η γνώση όχι απλώς κατασκευάζεται από τον άνθρωπο αλλά επίσης κατασκευάζει μοντέλα αλήθειας για τους ανθρώπους. Η γλώσσα είναι ένα μοντέλο  ερμηνευτικού συστήματος που χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο-παρατηρητή προκειμένου να περιγράψει τον
κόσμο ως αντικειμενικό. Η σύγχυση που προκαλείται και πυροδοτεί αέναες φιλοσοφικές διενέξεις αφορά την ταύτιση γλώσσας και πραγματικότητας, κάτι που εξ ορισμού είναι κυνικά ουτοπικό.

Δεν ερμηνεύουμε τον κόσμο αλλά συστήματα ερμηνειών. Σκεφτόμαστε με στέρεα ετεροκαθορισμένα σχήματα τα οποία καλύπτουμε υπό το μανδύα του δημιουργικού υποκειμένου. Απέχουμε αφάνταστα από την προτροπή του Φουκώ η σκέψη να σκεφτεί το άσκεφτο. Ίσως βρισκόμαστε πιο κοντά στην πρόταση του Ρεμπώ να απορρυθμίσουμε τις αισθήσεις μας. Μπορεί μόνο έτσι να καταφέρουμε να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε.

Όσον αφορά τη σχέση δημοσιογραφικού λόγου και λέξεων οφείλουμε να μεταθέσουμε τη συζήτηση σε διαφορετικό επίπεδο. Έχοντας ως εφαλτήριο τη θεωρία ότι η αλήθεια είναι κομμάτι και αποτέλεσμα ενός γλωσσολογικού συστήματος, άρα κατασκευάζεται και είναι υποκειμενική, υποπίπτουμε σε μια ουσιώδη αντίφαση. Πώς είναι δυνατόν η δημοσιογραφία να διατείνεται ότι πρώτη της υποχρέωση απέναντι στον πολίτη είναι η αντικειμενική αλήθεια από τη στιγμή που κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο; Μάλλον φταίει το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά υποκειμενικά αντικείμενα και όχι το αντίστροφο. Επομένως είναι επιτακτική ανάγκη να αναθεωρηθεί εκ βάθρων ο ρόλος του δημοσιογράφου και να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που τον κρατά προσκολλημένο με αυταπάτες του κατεστημένου χωροχρόνου.

Είναι αισθητά λιγότερο ουτοπικό και μάλλον πιο κοντά στο πραγματικό, ως κορυφή στην πυραμίδα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας να βρίσκεται η ανάγκη για όσο το δυνατόν πληρέστερη και πλουραλιστική ενημέρωση. Θα πρέπει όμως να αποτινάξουμε από πάνω μας τα πέπλα των ψευδαισθήσεων και να πάψουμε να στρουθοκαμηλίζουμε όσον αφορά την αυταπάτη που τρέφουμε σχετικά με την ταύτιση λόγου και πραγματικότητας.

Όταν καταφέρουμε να αντιληφθούμε πως οποιαδήποτε μορφή λόγου ουσιαστικά επιχειρεί να ερμηνεύσει το πραγματικό και αυτό που πετυχαίνει εν τέλει είναι μόνο να κατασκευάζει μοντέλα ερμηνείας, θα είμαστε σε θέση να διακρίνουμε εναργέστερα τις αντιφάσεις που μας κατακλύζουν και να επαναξιολογήσουμε ορθότερα εαυτόν και κόσμο.

Αφού κάψουμε και κάνουμε στάχτη τις δάφνες αντικειμενικότητας που προστάζει το υπάρχον προβληματικό μοντέλο δημοσιογραφίας, θα απαλλαχτούμε από το φάντασμα της μιας και μοναδικής αλήθειας που μας κατατρέχει αιώνια. Ίσως ο μοναδικός τρόπος να σταματήσουν οι ερινύες να μας κυνηγάνε είναι να τις διαγράψουμε από το λεξικό.

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Η Έκσταση της Επικοινωνίας ή αλλιώς η ουτοπία της πραγματικότητας

Το 1987 κυκλοφόρησε η "Έκσταση της Επικοινωνίας" (L' Autre par lui-meme) του Jean Baudrillard.
Το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί μια ανασκόπηση όλου του έως τότε έργου του πολυπράγμονα γάλλου φιλοσόφου, κοινωνιολόγου και φωτογράφου. Ο συγγραφέας μέσα από την ιδιαίτερη οπτική του γωνία πραγματεύεται έννοιες όπως αυτές της διαφάνειας, της αποπλάνησης, της πρόκλησης και της μεταμόρφωσης, αναδεικνύοντας τες σε υψίστης σημασίας στοιχεία συγκρότησης του κοινωνικού γίγνεσθαι. Παράλληλα, εμμέσως πλην σαφώς, προωθούνται ορισμένες νέες εκτιμήσεις σχετικά με τη σκοπιμότητα μιας θεωρίας που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη του κειμένου ως φορέα της αποπλάνησης, ή τη μελέτη της γραφής ως μέσου της σκέψης για να προλαβαίνει την παρέκκλιση της από αυτήν την ίδια.

Οι έννοιες ή οι κατηγορίες που μέσα στην "Έκσταση της Επικοινωνίας" κατ΄εξοχήν συμβάλλουν προς αυτήν την κατεύθυνση είναι εκείνες της φρενίτιδας και του ιογενούς της εικόνας, του θεάματος και της σκηνής, της υπερπληροφόρησης, του άσεμνου -σεξουαλικού και επικοινωνιακού- καθώς επίσης της αντιστρεψιμότητας των σημείων.

Ο Baudrillard διατυπώνει ορισμένες πραγματικά πρωτοποριακές απόψεις για την εποχή του όπως αυτή που υποστηρίζει ότι "Δεν συμμετέχουμε πλέον στο δράμα της αποξένωσης, αλλά βρισκόμαστε μέσα στην έκσταση της επικοινωνίας". Εδώ ο ποιητής θέλει να πει ότι δεν υφίσταται πια το άσεμνο του κρυμμένου, του απωθημένου, του σκοτεινού, αλλά το άσεμνο του ορατού, του υπερβολικά ορατού, του πιο ορατού και από το ορατό.

Εν συνεχεία, μιλώντας για την αποπλάνηση ο Baudrillard την περιγράφει ως μια στρατηγική της απουσίας, της διαφυγής, της μεταμόρφωσης. Μια απεριόριστη δυνατότητα υποκατάστασης, αλληλουχίας χωρίς αναφορά. Κορεσμένοι από τον τρόπο της παραγωγής, πρέπει να ξαναβρούμε τους δρόμους μιας αισθητικής της εξαφάνισης. Η αποπλάνηση είναι συνεργός μας σε αυτό ως μια πρότυπη μέθοδος αντιστρεψιμότητας των πραγμάτων.

Στο κεφάλαιο "Από το σύστημα στο πεπρωμένο" ο Baudrillard αναλύει την έννοια του Αντικειμένου ιδωμένη μέσα από μια μεταστρουκτουραλιστική ματιά, που άλλωστε διαπνέει το σύνολο του έργου του. Ενδεικτικά παραθέτω: "Η επιστήμη, μέσω της εκζήτησης της μεθοδολογίας της, εξοντώνει το αντικείμενο της: για να επιβιώσει η επιστήμη είναι υποχρεωμένη να αναπαράγει τεχνητά το αντικείμενο ως πρότυπο της προσποίησης. Το αντικείμενο και πάλι παίρνει εκδίκηση με το γεγονός ότι δεν προσφέρεται παρά ως προσποίηση κάτω από την επιρροή της τεχνολογίας μας".

Πρόκειται για μια αντικειμενική αντιστροφή του κόσμου που αφορά οτιδήποτε συνδέεται έξω από το υποκείμενο, άρα παράπλευρα στην εξαφάνιση του και ωσ εκ τούτου είναι μοιραίο. Οτιδήποτε όμως δεν είναι πια μια ανθρώπινη στρατηγική, από αυτό και μόνο το γεγονός, γίνεται μια μοιραία στρατηγική. Αλλά δεν υπάρχει τίποτε υπερβατικό σε αυτό το μοιραίο, ούτε είναι δυνατό να επικληθεί αυτό από έξω.

Ακόμα ένα ζήτημα που θίγει ο Baudrillard είναι ότι στο σημείο αυτό η γλώσσα και η θεωρία αλλάζουν το νόημα τους. Αντί να δρούν ως τρόπος παραγωγής δρούν ως τρόπος εξαφάνισης, ακριβώς όπως το Αντικείμενο έχει γίνει τρόπος εξαφάνισης του υποκειμένου. Αυτό το αινιγματικό παιχνίδι δεν είναι πια εκείνο της ανάλυσης: ζητά αυτό να διατηρήσει το αίνιγμα του αντικειμένου μέσω του αινίγματος του λόγου.