Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

TΟ ΛΑΔΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΧΡΥΣΟΣ

Όταν ο πρωθυπουργός της χώρας σου σε φέρνει ως παράδειγμα επιχειρηματικότητας είναι λογικό να αισθάνεσαι υπερήφανος. Όταν όμως πρωθυπουργός είναι ο Γιώργος Παπανδρέου τότε ξέρεις ότι εξ ορισμού κάτι πάει λάθος.

Έτσι και η περίπτωση του Γιώργου Κολιόπουλου είναι ιδιάζουσα. Με πτυχίο νομικής στις περγαμηνές του και προϋπηρεσία σε διαφημιστική εταιρεία ο Γιώργος Κολιόπουλος βαρέθηκε γρήγορα. Γι’ αυτό θέλησε να κάνει κάτι το διαφορετικό. Και τα κατάφερε από πολλές απόψεις.

Το 2007 ίδρυσε την εταιρεία speiron και ξεκίνησε μια εντελώς καινούρια καριέρα. Αποφάσισε να ασχοληθεί με την παραγωγή ελαιόλαδου με τρόπο άκρως πρωτότυπο και… καπιταλιστικό. Φιλοσοφία της speiron είναι η προώθηση του ελληνικού λαδιού ως υγρός χρυσός στο εξωτερικό.

Κάπως έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε το «λ». Το πρώτο λάδι πολυτελείας στον κόσμο που ανήκει σε ultra premium κατηγορία. Σε συσκευασία λευκών αποχρώσεων εν αντιθέσει με τα γήινα χρώματα που έχουν τα υπόλοιπα ελαιόλαδα. Τιμή συσκευασίας δώρου 150 ευρώ αλλιώς 41 ευρώ το μπουκάλι. Εν ολίγοις ο φετιχισμός του εμπορεύματος σε 500 ml.



Τι σχέση μπορεί όμως να έχουν ο συγγραφέας Τόμας Πίντσον, ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος και ο αρχιτέκτονας Τάκης Ζενέτος με το «λ»; Αποτελούν επιρροές του Γιώργου Κολιόπουλου και ως εκ τούτου «πνευματικοί πατέρες» του lambda. Άλλωστε όπως συνηθίζει ο έλληνας επιχειρηματίας να λέει το «λ» είναι το πρώτο λάδι που δεν φτιάχτηκε από ελιές αλλά από βιβλία. Είναι καρπός εγκεφαλικής σκέψης προσθέτει ο δημιουργός του. Δυστυχώς παρέλειψε να το χαρακτηρίσει και ως πνευματική τροφή.

Με 11.000 ευρώ μπορείς να κάνεις πολλά. Να κάνεις πολυτελέστατες διακοπές διαρκείας, να αγοράσεις αμάξι ή μηχανή ή να πληρώσεις τα ενοίκια 24 μηνών. Μπορείς όμως και να αγοράσεις ένα αριθμημένο μπουκάλι λάδι με την υπογραφή σου ως μεταξοτυπία, σε χειροποίητη κασετίνα από λευκό λακαρισμένο μασίφ ξύλο με δύο πλακέτες λευκόχρυσου. Για τους περισσότερους ανθρώπους η πλάστιγγα γέρνει σαφώς προς αυτή την επιλογή.

Παρόλα αυτά φαίνεται ότι ο εμπνευστής της συγκεκριμένης ιδέας έχει πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας και δη της ελληνικής: «Ήθελα να κάνω κάτι αποκλειστικό επειδή μου αρέσουν τα ιδιαίτερα πράγματα. Δεν θα πάρω μια Rolls-Royce, αλλά αναγνωρίζω γιατί υπάρχει στον κόσμο. Το κυριότερο, το ότι δεν οδηγώ Rolls-Royce, δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να φτιάξω μία. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πολύς κόσμος που το καταλαβαίνει αυτό. Κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει το αντικείμενο που τον εκφράζει. Ανέκαθεν συνέβαινε αυτό. Όσο πιο απόμακρο είναι ένα αγαθό τόσο πιο πολύ το θέλουμε. Πολλοί θα αντιμάχονταν αυτήν την άποψη, αλλά ίσως δεν την αναγνωρίζουν στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν και οι ίδιοι».

Εν τέλει τι κοινό μπορεί να έχουν η Κρίτσα Κρήτης με τα Harrods του Λονδίνου, η Σιγκαπούρη με το Αμπού Ντάμπι και η Αθήνα με το Χονγκ Κονγκ; Η απάντηση είναι ότι τους ενώνει ένα λάδι. Το «λ» διατίθεται σε επιλεγμένα πολυτελή καταστήματα καλλυντικών, gourmet εστιατόρια και high-end ξενοδοχεία του Ηνωμένου Βασιλείου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της νοτιοανατολικής Ασίας αλλά και της Δανίας.

Ως εκ τούτου αποτελεί μια πρωτότυπη πρόταση επίλυσης του ελληνικού χρέους. Το «λ» γίνεται κρατικό προϊόν και εξάγεται στο εξωτερικό. Με μόλις 27.272.728 υπογεγραμμένα μπουκάλια παρθένο ελαιόλαδο η Ελλάδα ξεχρεώνει μια για πάντα και το ΠΑΣΟΚ οικοδομεί ξανά τον σοσιαλισμό στη χώρα μας. Για την Ελλάδα ρε γαμώτο...
 

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

ΠΕΡΙ ΜΠΑΖΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ

ΑΘΗΝΑ-2011 Μια κάποια μέρα ύστερα από οποιαδήποτε πορεία στο κέντρο… 


Τελικά το πιο δύσκολο πράγμα σε αυτήν την πόλη είναι να βρεις ένα κάδο σκουπιδιών. Ανεξαρτήτως χρώματος, μεγέθους, σχήματος ή υλικού. Δεν υπάρχουν πια. Θυσιάστηκαν κι αυτοί με τη σειρά τους στο βωμό της επανάστασης. Διότι αποτελούν καταρχήν σπουδαία οδοφράγματα στις μάχες με την αστυνομία. Συν τοις άλλοις οι φλεγόμενοι κάδοι καθαρίζουν την ατμόσφαιρα από τα δακρυγόνα κι επιπλέον αποτελούν εντυπωσιακά εφέ στα μυαλά κάποιων. Άσχημη πόλη όμορφα καίγεται σε σκηνοθεσία ορισμένων αυτοαποκαλούμενων αντιεξουσιαστών κοινώς μπαχαλάκηδων. Η πορεία τελειώνει και οι «εξεγερμένοι» γυρίζουν στα σπίτια τους, στις δουλειές τους-όσοι έχουν- ενώ αρκετοί από αυτούς ανεβαίνουν προς το Κολωνάκι…

Για κάποιους η δουλειά όμως ξεκινάει αμέσως με το τέλος της πορείας. Πρόκειται για τα συνεργεία καθαρισμού του Δήμου Αθηνών. Παρατεταγμένα σε διακριτική απόσταση από την ουρά της πορείας περίπου είκοσι απορριμματοφόρα, μικρά και μεγάλα, είναι έτοιμα να εφορμήσουν στο κέντρο της Αθήνας. Δύσκολα περιγράφεται η κατάσταση που επικρατεί τριγύρω. Χιλιάδες αποτσίγαρα, σήμα κατατεθέν του Νεοέλληνα, κείτονται στους δρόμους δίπλα σε κουτιά καφέδων, αναψυκτικών, τσίχλες και τόνους πεταμένου χαρτιού. Το σκηνικό συνθέτουν ακόμη σπασμένες βιτρίνες, γυαλιά από μπουκάλια-μολότοφ και φυσικά πέτρες και μάρμαρα. Που και που βρίσκεις καμιά ξεχασμένη βαριοπούλα που προφανώς χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο κυριολεκτικής αποδόμησης…

Αυτό το συνονθύλευμα μπαζών και σκουπιδιών καλούνται να αντιμετωπίσουν καθημερινά οι υπάλληλοι καθαρισμού του δήμου Αθηναίων. Όταν τους ρωτάω για τη δουλειά τους μου απαντάνε μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι «τα σκουπίδια είναι η ζωή μας».
Η επιχείρηση ξεκινά αμέσως με το πέρας της πορείας από την οδό Πανεπιστημίου. Στην πρώτη γραμμή της «μάχης» βρίσκονται τα απορριμματοφόρα που μαζεύουν τα πολλά βαριά σκουπίδια από τους εναπομείναντες κάδους. Στη δεύτερη σειρά ακολουθούν τα οχήματα καθαρισμού που εκτοξεύουν νερό υπό πίεση ενώ παράλληλα διαθέτουν ηλεκτρικές βούρτσες και αναρροφητικά σάρωθρα για τις δύσκολες αποστολές. Τέλος έπονται οι οδοκαθαριστές που με τα παραδοσιακά μέσα, δηλαδή σκούπα και φαράσι, καθαρίζουν τα πεζοδρόμια και το δρόμο από τα πιο light σκουπίδια κι ότι άλλο έχει απομείνει. Η όλη επιχείρηση μοιάζει συντονισμένη και αποτελεσματική. Σε αυτό συμβάλλει και η πυροσβεστική που σβήνει τις φωτιές από τους φλεγόμενους κάδους απορριμμάτων επιτρέποντας έτσι στα συνεργεία καθαρισμού να ολοκληρώσουν τη δουλειά τους.
 Βαδίζω δίπλα σε έναν οδοκαθαριστή ο οποίος έχει πτυχίο λογιστικής. «Τα συνδυάζω και τα δύο. Απλά υπολογίζω πόσα σκουπίδια παράγει κατά μέσο όρο ένας άνθρωπος ενώ ταυτόχρονα τα μαζεύω». Ο ίδιος θεωρεί ότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που γίνονται η Αθήνα αποτελεί μια σκουπιδούπολη. Το πρόβλημα κατά την άποψη του εστιάζεται στη νοοτροπία που έχουν οι Έλληνες και στο γεγονός ότι δεν σέβονται τον δημόσιο χώρο όπως τον ιδιωτικό τους. «Μάλλον παρερμήνευσαν τη φράση τα εν οίκω μη εν δήμω» προσθέτει με μια δόση σαρκασμού.
Τον ρωτάω αν θεωρεί κάποιες από τις απεργίες που έχουν γίνει και γίνονται στο επάγγελμα του παράνομες και καταχρηστικές. «Φυσικά. Όμως είναι τόσο παράνομες και καταχρηστικές όσο αυτές των γιατρών, των φαρμακοποιών, των δημόσιων συγκοινωνιών και πάει λέγοντας. Δεν έχω ακούσει και καμιά απεργία όλα αυτά τα χρόνια να κηρυχθεί νόμιμη», προσθέτει με νόημα.

Φεύγοντας μου έρχεται στο μυαλό μια ατάκα του Γούντι Άλεν: «Το Hollywood δεν πετά τα σκουπίδια του, τα κάνει τηλεοπτικές σειρές». Στην Ελλάδα το κάνουμε κι εμείς αυτό αλλά κατά κυβερνητική προτίμηση τα πετάμε στην Κερατέα. Λίγο παρακάτω βλέπω ανθρώπους σκυμμένους πάνω από κάδους σκουπιδιών και δεν είναι υπάλληλοι του δήμου...

 


Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑΣ



ΑΘΗΝΑ-Πλατεία Συντάγματος 22:00 μμ.

Η νεαρή κοπέλα ποζάρει αγανακτισμένη απέναντι από την ελληνική Βουλή ενώ παράλληλα τεντώνει με χαριτωμένες κινήσεις τα χέρια της εν είδει φασκελώματος. Την ίδια στιγμή ο φίλος της που στέκεται λίγο παραπέρα την απαθανατίζει με το υπερσύγχρονο κινητό του και της γνέφει καταφατικά. Με δύο δρασκελιές η ενθουσιώδης νεαρά βρίσκεται δίπλα του, αρπάζει το touch-screen mobile στα χέρια της και ευτυχισμένη πλέον κάνει upload, like και comment στη φωτογραφία της. Η γενιά του Facebook κατέβηκε στους δρόμους και επαναστατεί με τον δικό της τρόπο…

Από τις αρχές Ιουνίου και μετά τις έξι το απόγευμα κάτι συμβαίνει στην Πλατεία Συντάγματος. Τουλάχιστον αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτονται οι εκατοντάδες τουρίστες καθώς κάνουν τη βόλτα τους ή κατευθύνονται προς τη «Μεγάλη Βρεταννία» και τα υπόλοιπα ξενοδοχεία. Ορισμένοι μάλιστα που έρχονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα βλέποντας τις δεκάδες σκηνές νομίζουν ότι το Σύνταγμα είναι χώρος camping και η Βουλή απέναντι ξενοδοχείο! Και μάλιστα το ακριβότερο θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος έλληνας πολίτης…
Όλα ξεκίνησαν από ένα λάθος. Αφορμή για το κίνημα των Αγανακτισμένων στην Ελλάδα στάθηκε κάτι που δε συνέβη ποτέ. Κάποιο ελληνικό δημοσίευμα ανέφερε ότι στην Πουέρτα Ντε Σολ οι Ισπανοί είχαν αναρτήσει πανό που έγραφε: «Σςςς! Ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες!» Οι εξελίξεις ήταν άμεσες. «Ξυπνήσαμε. Ησυχία να μην ξυπνήσουν οι Γάλλοι και οι Πορτογάλοι» ήταν η ελληνική απάντηση απ’ όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας.

Αυτό που θα ακολουθούσε τις επόμενες μέρες μόνο ο  Cecil DeMille θα μπορούσε να το έχει σκηνοθετήσει. Ένα τεράστιο ανομοιογενές και ετερόκλιτο πλήθος από ανθρώπους κάθε ηλικίας κατέκλυσε την Πλατεία Συντάγματος. Η συγκέντρωση αυτή όμως διέφερε από κάθε άλλη που είχε γίνει στην Ελλάδα μέχρι τότε. Η συσσωρευμένη οργή και αγανάκτηση μετετράπη σε ειρηνική διαμαρτυρία. Ο Γκάντι θα ήταν τουλάχιστον υπερήφανος γι’ αυτό. Με το σύνθημα «Πάμε Πλατεία» έλληνες και αλλοδαποί, νέοι και ηλικιωμένοι, άνεργοι και εργαζόμενοι ένωσαν τις φωνές τους εναντίον όλων των πολιτικών και των κομμάτων συλλήβδην.

Ο ελληνικός λαός θεωρεί ότι η κυβέρνηση τον κορόιδεψε και τον εξαπάτησε και τώρα ήρθε η ώρα για τη μεγάλη αλλαγή. Ακούγεται παράδοξο για μια χώρα που ανέκαθεν βλέπει τη λύση στον δικομματισμό και την αλλαγή στο δίπολο ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Ως εκ τούτου αποτελεί κοινό τόπο η πεποίθηση ότι παρά τα όσα γίνονται στο τέλος θα υπάρξει πάλι «μια από τα ίδια».

Ενώ όλα αυτά λαμβάνουν χώρα εν Ελλάδι η Ισπανία συνεχίζει τον αγώνα που πρώτη ξεκίνησε στην Ευρώπη με τη μορφή της ειρηνικής διαμαρτυρίας. Οι αγανακτισμένοι Ισπανοί, οι «Los Indignados», έχουν κάνει την Πλατεία του Ηλίου την περίφημη Puerta Del Sol μόνιμη κατοικία τους. Παρά τις αυθαίρετες εκδηλώσεις βίας και τις απρόκλητες επιθέσεις από την πλευρά της ισπανικής αστυνομίας το κίνημα μοιάζει να βγαίνει ολοένα και πιο δυνατό.

Οι άνεργοι έχουν φτάσει πλέον τα πέντε εκατομμύρια και η κατάσταση είναι πια οριακή. Παντού επικρατεί αναβρασμός και όλα δείχνουν να κρέμονται από μια λεπτή κλωστή. Η ήττα των «σοσιαλιστών» του Θαπατέρο στις πρόσφατες εκλογές ήταν απλώς η λογική εξέλιξη των πραγμάτων.
Δύσκολα μπορεί κάποιος να προβλέψει τη συνέχεια. Το μόνο σίγουρο, όπως λένε οι διαδηλωτές, είναι ότι δε θα φύγουν από την πλατεία αν πρώτα δεν δικαιωθεί ο αγώνας τους. Πάντως όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα: ότι ο δρόμος θα είναι μακρύς και δύσκολος.

Γαλλία-Μονπελιέ
«Λυπάμαι. Έχει εξαντληθεί. Ελάτε από βδομάδα». Ο ευγενικός υπάλληλος του βιβλιοπωλείου επαναλαμβάνει τη φράση αυτή για πολλοστή φορά σήμερα. «Μα τι έχουν πάθει όλοι με αυτό το βιβλίο;» σκέφτεται…αγανακτισμένος! Στην ερώτηση αυτή ίσως να μπορούσε να απαντήσει μόνο ο ίδιος ο Στεφάν Εσσέλ, συγγραφέας του Indignez-Vouz! και ηθικός αυτουργός του κινήματος των Αγανακτισμένων πανευρωπαϊκά. 



«Αρκεί μια σπίθα για να ανάψει η φωτιά» επισημαίνει ο ενενήντατριάχρονος γαλλοεβραίος αντιστασιακός. Φαίνεται ότι το να λες τα αυτονόητα στην εποχή μας δεν είναι τελικά και τόσο αυτονόητο. Κι ο Εσσέλ μας προτρέπει να κάνουμε το πιο απλό πράγμα στον κόσμο: να αγανακτήσουμε επιτέλους. Με σχεδόν έναν αιώνα στις πλάτες του ξέρει ότι το τέλος δεν είναι μακριά.

Ωστόσο σε όλη του τη ζωή αγωνίστηκε για την ελευθερία του ανθρώπου και σήμερα διαπιστώνει απογοητευμένος να καταστρατηγούνται όλα τα κεκτημένα δικαιώματα μας. Γι’ αυτό και αισθάνθηκε την ανάγκη να μας καλέσει σε μια ειρηνική εξέγερση με κινητήριο μοχλό την αγανάκτηση. Μάλλον έτυχε σε ευήκοα ώτα. Η συνέχεια στις πλατείες


Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

«Εμπρός στον έτσι που χάραξε ο τέτοιος»



Ο άγνωστος φοιτητής που παράλλαξε στους τοίχους του χημείου το γνωστό σύνθημα «Εμπρός στον δρόμο που χάραξε ο Νοέμβρης» με τρόπο καταλυτικό και σαρκαστικό, ίσως και να είχε πλήρη επίγνωση των ορίων του συμβολικού λόγου. Αμέσως θα αναρωτηθεί κάποιος αντιδραστικός: «Μα έχει όρια ο λόγος; Κι επιπλέον είναι κάτι άλλο εκτός από συμβολικός;» Ερωτήματα ρητορικά που θα παραμείνουν αναπάντητα, αν όμως πρέπει να απαντηθούν αυτό θα γίνει αναπόφευκτα δια λόγου. Επομένως με τρόπο συμβολικό. Διότι η γλώσσα αποτελεί επίκτητη ικανότητα που ωστόσο εντάσσεται μέσα στα πλαίσια πληθώρας κοινωνικών συμβάσεων. Εξ ορισμού δε μπορεί να επιτελέσει παρά μόνο μια συμβολική λειτουργία. Εν τέλει πρέπει να διαχωριστεί η παραγωγή του λόγου από τη χρήση της, όπως θα οφείλαμε να πράττουμε με όλα σχεδόν τα πράγματα.

Φτάνουμε πάντα στο σημείο να συγχέουμε ιδέες και θεωρίες με το πραγματικό. Την πραγματικότητα, που αν υπάρχει, υπάρχει έξω από τον λόγο και επειδή ακριβώς δεν είναι λόγος ούτως ώστε να υπόκειται σε ανθρώπινες συμβάσεις. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι η διάκριση και των προσεγγίσεων που ανελέητα εξισώνονται μαζί του. Είναι φύσει αδύνατο να υπάρξει ουσιαστική ταύτιση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνιστά επιτακτική αναγκαιότητα να αντιληφθούμε το επιτελεστικό-διαπιστωτικό επίπεδο της γλώσσας, ιδωμένο όμως μόνο μέσα από το πρίσμα ενός κατασκευασμένου ερμηνευτικού μοντέλου.

Μη ξεχνάμε τη ρήση του Μισέλ Φουκώ ότι «οι λέξεις δεν προσδιορίζουν πράγματα αλλά λέξεις». Η γλώσσα δηλαδή είναι ένα προσδιοριστικό σύστημα που μέσω της ερμηνευτικής του λειτουργίας οδηγείται σε μια ατελή διαδικασία. Τα ίδια τα σημεία παραπέμπουν αέναα στον εαυτό τους διότι δεν υπάρχει κάποια υπερβατολογική αρχή ή κάτι έξω από αυτά. Αντίθετα «υπάρχει» ένας παράλληλος κόσμος μόνο και μόνο επειδή κατασκευάζεται γλωσσικά. Πρόκειται όμως για ένα αθεμελίωτο αυτοαναφορικό σύστημα που δεν ερμηνεύει τίποτε άλλο πέραν του εαυτού του. Εντός του συστήματος αυτού δεν υπάρχει κάτι πριν τη γλώσσα με τρόπο μεταφυσικό. Αυτό το κάτι δημιουργείται μόνο και αν λεχθεί μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια. Στην πραγματικότητα όμως ό,τι δύναται να δειχθεί δεν δύναται να λεχθεί. Η γλώσσα επιτρέπει ένα είδος διόρασης: να βλέπουμε μέσα από την λέξη αλλά χωρίς να βλέπουμε την ίδια τη λέξη.

Η μεταστροκτουραλιστική μέθοδος του γράφοντος καθιστά σαφή την ανάγκη εξέτασης-διερεύνησης των δομών μέσα από τις οποίες αναδύονται οι έννοιες του λόγου και της γλώσσας. Ο τρόπος όμως με τον οποίο χρησιμοποιούνται εντάσσεται  άλλο πεδίο ανάλυσης. Εν προκειμένω, αυτός ο «γλωσσικός δαρβινισμός» υποδηλώνει εμμέσως πλην σαφώς την αποδοχή του πραγματικά συμβολικού και τον συνακόλουθο επαναπροσδιορισμό της συμβολικής πραγματικότητας.

Δε μπορούμε σε καμία περίπτωση να αποδίδουμε στον λόγο κάτι πέραν της συμβολικής αξίας, που ω τι έκπληξη, είναι απλώς επίσης λέξεις. Μια παρόμοια αντίφαση στην οποία υποπίπτουμε συχνά είναι αυτή που χαρακτηρίζουμε μια πράξη συμβολική. Η ουσία της πράξης συνίσταται καθαρά στην ενέργεια του πράττειν. Από κει και πέρα η έννοια του συμβολικού εισάγεται και πάλι με τον λόγο. Η κάθε πράξη έχει χαρακτήρα πρακτικό και μόνο. Η νοηματοδότηση της που επιτυγχάνεται μέσω της γλώσσας της προσδίδει τον περίφημο συμβολικό χαρακτήρα. Κάτι τέτοιο όμως χωρίς τη συγκεκριμένη σύμβαση είναι έξω από τη φύση της. Η αντιστοιχία μεταξύ «συμβολικής πράξης» και «πραγματικού λόγου» είναι προφανής. Επιπλέον δυστυχώς δεν μπορούν να υπάρξουν.

Εν τέλει ότι έγραψα και διάβασες δεν θα σε βοηθήσουν σε πρακτικό επίπεδο. Δεν θα κάνουν τη ζωή σου καλύτερη. Δεν είναι ότι είμαι κυνικός. Απλώς έχω μια υπέροχη έλλειψη σεβασμού για τους πάντες και τα πάντα. Συμβολικά πάντα…  

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΑΠΟΧΗΣ





Το φαινόμενο της αποχής από τις αυτοδιοικητικές εκλογές εν έτει 2010 έφτασε το 53%. Σημαίνει κάτι κι όμως δε σημαίνει τίποτα. Εξαρτάται από την οπτική γωνία που επιχειρεί κανείς να το ερμηνεύσει. Σίγουρα όμως δεν πρόκειται για ένα γεγονός που υπόκειται σε μονοδιάστατη ανάλυση.
Σε πείσμα των κομμάτων που βάλλουν κατά ριπάς εναντίον της αποχής -διότι εξ ορισμού απειλεί την ύπαρξη τους-, ναι διάολε, το να απέχεις από ένα εντελώς διεφθαρμένο σύστημα είναι υγιής πολιτική στάση ενός κριτικά σκεπτόμενου ανθρώπου. Αλλά ακόμα και τη δυνατότητα αποχής από τις εκλογές, σήμερα που δεν υπάρχουν ποινικές συνέπειες, ο καπιταλισμός την ενσωματώνει και την εκμεταλλεύεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε να βγαίνουν ουσιαστικά κυβερνήσεις μειοψηφίας.
Επομένως ποιο το όφελος του να απέχεις πλην της ηθικής ικανοποίησης; Μόνο αυτό και έτερον ουδέν. Όμως σε τι θα διαφοροποιούσε την κατάσταση η προσφυγή στις κάλπες; Μήπως το αποτέλεσμα δε θα ήταν και πάλι η διαιώνιση του προβλήματος; Ας είμαστε σοβαροί. Αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν στο παραμικρό τον κόσμο θα ήταν παράνομες. Η επανάσταση δεν θα έρθει μέσα από τις ψήφους. Η κοινωνία σκόπιμα συντηρεί την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει μέσα από τις εκλογές προκειμένου να επιβάλλει τις δομές του κυρίαρχου συστήματος και να δημιουργήσει ένα φαύλο κύκλο. Το πολιτικό σύστημα της χώρας μας βασιζόμενο εκ της δημιουργίας του σε σαθρά θεμέλια έχει πλέον καταρρεύσει.
Ιδωμένη υπό αυτό το πρίσμα, η επιλογή της αποχής ενσαρκώνει την ιδέα του «το μη χείρον βέλτιστο». Εν προκειμένω αναπόφευκτα καταλήγει να είναι πολιτική θέση και άποψη, ως αντίδραση στους κατεστημένους κομματικούς μηχανισμούς. Αυτή είναι η μια πλευρά της αποχής ως πολιτικοποιημένη επιλογή.
Δυστυχώς όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά που πρεσβεύει το apolitic στοιχείο. Την κουλτούρα αυτή την καλλιεργούν με έντεχνο τρόπο αλλά και πολλές φορές απροκάλυπτα τα ΜΜΕ, προβάλλοντας αποκλειστικά το lifestyle με σκοπό να αποπροσανατολίσουν την κοινωνία από τα πραγματικά της προβλήματα. Προφανώς κάτι τέτοιο το έχουν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό, ειδικά αν κρίνει κανείς από τη σημερινή νεολαία -και όχι μόνο-. Εν τοιαύτη περιπτώσει η επανάσταση θα ξεκινήσει από τη Μύκονο με ηγετικές μορφές τους Ilia Psinakov και Nikita Kaklamanin. Κι όμως κάποτε θα γίνει! 
Φυσικά αυτό το είδος αποχής είναι κενό νοήματος υπό την έννοια ότι αντιπροσωπεύει ένα αποχαυνωμένο κομμάτι της κοινωνίας που βρίσκεται εγκλωβισμένο στον μικρόκοσμο του. Μέσα σε μια επίπλαστη πραγματικότητα την οποία αρμονικά έχει επιμεληθεί το σύστημα, αυτό ουσιαστικά ενισχύεται με την απουσία του εν λόγω πληθυσμιακού τμήματος από το πολιτικό-κοινωνικό γίγνεσθαι.
Αυτές είναι οι δύο κυρίαρχες τάσεις μέσα από τις οποίες εκφράζεται το ρεύμα της αποχής: η πολιτικοποιημένη και η apolitic. Συνολικά θα μπορούσε να διακρίνει κανείς και κάποιες υποδιαιρέσεις της: πρακτικοί λόγοι όπως προβλήματα υγείας (βλ. τρίτη ηλικία) και μεγάλες αποστάσεις ή ψυχολογικοί παράγοντες συμβάλλουν εξίσου στην αποφυγή της ψηφοφορίας.
Ας μη ξεχνάμε όμως ή ας μάθουμε τουλάχιστον ότι η μη άσκηση του εκλογικού δικαιώματος προβλέπεται από το νόμο και είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, πλέον, υπό ορισμένες προϋποθέσεις όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω.
ΑΠΕΧΟΝΤΕΣ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΝΩΘΕΙΤΕ! 

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ


«Πολιτισμός είναι το οικοδόμημα που χτίζεται πάνω στη βάση της οικονομίας» υποστήριξε πολύ εύστοχα ο Καρλ Μαρξ αρκετά χρόνια πριν, αναδεικνύοντας έτσι σε βασικό άξονα κοινωνικής οργάνωσης το εκάστοτε οικονομικό μοντέλο. Σήμερα, οι σύγχρονες νεομαρξιστικές προσεγγίσεις αντιστρέφουν τον ορισμό του Μαρξ και συμπεραίνουν ότι «πλέον η οικονομία είναι αυτή που χτίζεται πάνω στον πολιτισμό». Πράγματι, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η μετάβαση από τον φορντισμό στην κοινωνία της πληροφορίας και κατ’ επέκταση στον τριτογενή τομέα παραγωγής συνεπάγεται μια ολοκληρωτική αναδιάρθρωση της κοινωνικής οργάνωσης. Είναι ηλίου φαεινότερο λοιπόν πως όταν το πολιτιστικό μοντέλο είναι προβληματικό αυτομάτως προβληματική καθίσταται η ίδια η οικονομία σαν άμεσο παράγωγο του.


Ο λόγος που διατυπώνονται οι συγκεκριμένες παρατηρήσεις είναι προκειμένου να εξεταστεί η περίφημη «οικονομική κρίση» μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία που θα δίνει δυνατότητες θέασης ενός ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Εν ολίγοις η κρίση δεν βρίσκεται αποκρυσταλλωμένη μόνο σε επίπεδο οικονομίας. Πηγάζει από ένα πολιτιστικό σύστημα το οποίο βασιζόμενο σε σαθρά θεμέλια αυτοαναπαράγεται και αυτοαναλώνεται ατέρμονα, με αποτέλεσμα να επηρεάζει σχεδόν κάθε πτυχή του κοινωνικού γίγνεσθαι.


Με πολύ απλά λόγια αυτή είναι και η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας από τη μεταπολίτευση και έπειτα. Από όταν δηλαδή το ελληνικό κράτος γνώρισε μια αναπόφευκτη ανάπτυξη που ωστόσο ήταν αποτέλεσμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και των ευρύτερων κοινωνικών συνθηκών και όχι τόσο έργο των εκάστοτε κυβερνήσεων. Φτάνοντας στο σήμερα μένουμε ενεοί αντικρίζοντας την υπάρχουσα κατάσταση και εξεγειρόμαστε κατά πάντων, εγκαλώντας μόνο όσους κατέχουν πολιτική εξουσία. Εν προκειμένω «ξεχνάμε» ότι η συγκεκριμένη εξουσία πηγάζει από τον ίδιο τον λαό. Αντί να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να αναλάβουμε τις ευθύνες που μας αναλογούν προτιμάμε να υπεκφεύγουμε και να εθελοτυφλούμε με άμεση συνέπεια να διαιωνίζουμε το πρόβλημα. Δικαιολογημένα κατηγορούμε τους διεφθαρμένους θεσμούς αλλά όταν έρχεται η ώρα για αυτοκριτική τότε απλά αυτή η λέξη δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο μας.


Αυτοί οι έντεχνοι στρουθοκαμηλισμοί συμβάλλουν καθοριστικά στη θόλωση του τοπίου και στην απόκρυψη του πραγματικού προβλήματος. Είναι δύσκολο να γίνει κανείς συγκεκριμένος όσον αφορά τον προσδιορισμό της κρίσης διότι πρόκειται για συγκεχυμένες μορφές της που βρίσκονται σε άμεση διάδραση με την προσωπικότητα και το κοινωνικό-ταξικό περιβάλλον του κάθε ανθρώπου. Επομένως για  τον καθένα μας ξεχωριστά είναι εξ ορισμού διαφορετική σε ατομικό επίπεδο, έχει όμως ένα κοινό υπόβαθρο από κοινωνικό-ταξικής άποψης.


Θα ήταν ορθότερο να μιλήσουμε για κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Φυσικά με τον όρο καπιταλισμός δεν περιγράφεται απλώς ένα φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο αλλά ένα ολόκληρο πολιτιστικό σύστημα που διαμορφώνει άτομα και θεσμούς.


Ας είμαστε όμως ρεαλιστές. Τι είναι επιτέλους αυτή η κρίση; Υπάρχει κάπου στη φύση έξω από εμάς; Η απάντηση είναι προφανής νομίζω. Αν συνειδητοποιήσουμε ότι πρόκειται για μια κατασκευασμένη πραγματικότητα που λαμβάνει χώρα μόνο μέσα στα πλαίσια των ανθρώπινων κοινωνιών, ίσως μπορέσουμε να αντιληφθούμε ότι ουσιαστικά η ύπαρξη της οφείλεται σε συμβάσεις που ανά πάσα στιγμή μπορούν να αρθούν. Τώρα για ποιο λόγο δεν αίρονται έχει να κάνει με θεωρίες εξουσίας και καλό θα ήταν να ρωτήσουμε αυτούς που την κατέχουν. Στον σοσιαλισμό, δύο και δύο κάνουν τέσσερα. Στον καπιταλισμό, επίσης. Αλλά τι διαφορά!

Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

«Η επανάσταση θα είναι συμβολική ή δεν θα είναι καθόλου» Η σχέση μεταξύ λόγου και πραγματικότητας

Είναι ειρωνικά αντιφατικό να ισχυρίζεται κάποιος ότι «οι λέξεις μας απατούν» (Πλάτωνας) ή ότι η «γραφή είναι έκπτωση από τον παράδεισο» (Ρουσώ) κι αυτό να το διατυπώνει γράφοντας. Αν καταφέρουμε να δούμε καθαρά ότι η γλώσσα αποτελεί ένα συμβατικό-συμβολικό μοντέλο επικοινωνίας θα έχουμε ήδη επιτελέσει ένα σημαντικό βήμα για την σκέψη μας αλλά και την περαιτέρω ανάγνωση του εν λόγω κειμένου.
  
Θα μπορέσουμε ίσως να αντιληφθούμε σαφέστερα τη ρήση του Βιτγκενστάιν ότι «τα όρια της γνώσης μας είναι τα όρια της γλώσσας μας». Διότι τι είναι σκέψη; Είναι η εν μέρει αναγωγή των εγκεφαλικών ερεθισμάτων σε ήδη γνωστά σχήματα που γίνεται ασυνείδητα. Αφού υφίσταται την ανάλογη παραμόρφωση από το ασυνείδητο,
σύμφωνα με την φροϋδική ορολογία, ο ναρκισσισμός μας παρουσιάζει την σκέψη σαν κάτι το δημιουργικό, μοναδικό και θείο για τον κάθε άνθρωπο.

Με μια προσεκτικότερη ματιά θα διαπιστώναμε ότι η σκέψη και κατ' επέκταση η γνώση όχι απλώς κατασκευάζεται από τον άνθρωπο αλλά επίσης κατασκευάζει μοντέλα αλήθειας για τους ανθρώπους. Η γλώσσα είναι ένα μοντέλο  ερμηνευτικού συστήματος που χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο-παρατηρητή προκειμένου να περιγράψει τον
κόσμο ως αντικειμενικό. Η σύγχυση που προκαλείται και πυροδοτεί αέναες φιλοσοφικές διενέξεις αφορά την ταύτιση γλώσσας και πραγματικότητας, κάτι που εξ ορισμού είναι κυνικά ουτοπικό.

Δεν ερμηνεύουμε τον κόσμο αλλά συστήματα ερμηνειών. Σκεφτόμαστε με στέρεα ετεροκαθορισμένα σχήματα τα οποία καλύπτουμε υπό το μανδύα του δημιουργικού υποκειμένου. Απέχουμε αφάνταστα από την προτροπή του Φουκώ η σκέψη να σκεφτεί το άσκεφτο. Ίσως βρισκόμαστε πιο κοντά στην πρόταση του Ρεμπώ να απορρυθμίσουμε τις αισθήσεις μας. Μπορεί μόνο έτσι να καταφέρουμε να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε.

Όσον αφορά τη σχέση δημοσιογραφικού λόγου και λέξεων οφείλουμε να μεταθέσουμε τη συζήτηση σε διαφορετικό επίπεδο. Έχοντας ως εφαλτήριο τη θεωρία ότι η αλήθεια είναι κομμάτι και αποτέλεσμα ενός γλωσσολογικού συστήματος, άρα κατασκευάζεται και είναι υποκειμενική, υποπίπτουμε σε μια ουσιώδη αντίφαση. Πώς είναι δυνατόν η δημοσιογραφία να διατείνεται ότι πρώτη της υποχρέωση απέναντι στον πολίτη είναι η αντικειμενική αλήθεια από τη στιγμή που κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο; Μάλλον φταίει το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά υποκειμενικά αντικείμενα και όχι το αντίστροφο. Επομένως είναι επιτακτική ανάγκη να αναθεωρηθεί εκ βάθρων ο ρόλος του δημοσιογράφου και να κοπεί ο ομφάλιος λώρος που τον κρατά προσκολλημένο με αυταπάτες του κατεστημένου χωροχρόνου.

Είναι αισθητά λιγότερο ουτοπικό και μάλλον πιο κοντά στο πραγματικό, ως κορυφή στην πυραμίδα της δημοσιογραφικής δεοντολογίας να βρίσκεται η ανάγκη για όσο το δυνατόν πληρέστερη και πλουραλιστική ενημέρωση. Θα πρέπει όμως να αποτινάξουμε από πάνω μας τα πέπλα των ψευδαισθήσεων και να πάψουμε να στρουθοκαμηλίζουμε όσον αφορά την αυταπάτη που τρέφουμε σχετικά με την ταύτιση λόγου και πραγματικότητας.

Όταν καταφέρουμε να αντιληφθούμε πως οποιαδήποτε μορφή λόγου ουσιαστικά επιχειρεί να ερμηνεύσει το πραγματικό και αυτό που πετυχαίνει εν τέλει είναι μόνο να κατασκευάζει μοντέλα ερμηνείας, θα είμαστε σε θέση να διακρίνουμε εναργέστερα τις αντιφάσεις που μας κατακλύζουν και να επαναξιολογήσουμε ορθότερα εαυτόν και κόσμο.

Αφού κάψουμε και κάνουμε στάχτη τις δάφνες αντικειμενικότητας που προστάζει το υπάρχον προβληματικό μοντέλο δημοσιογραφίας, θα απαλλαχτούμε από το φάντασμα της μιας και μοναδικής αλήθειας που μας κατατρέχει αιώνια. Ίσως ο μοναδικός τρόπος να σταματήσουν οι ερινύες να μας κυνηγάνε είναι να τις διαγράψουμε από το λεξικό.